ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγοράζω
  2. 02 εκτιμώ (ιδιαίτερα), έχω σε μεγάλη υπόληψη, αναγνωρίζω
  3. 03 προκαλώ (π.χ. την οργή, τη δυσαρέσκεια κάποιου), αποσπώ (π.χ. χλευασμό), επισύρω (π.χ. την περιφρόνηση), διεγείρω, κερδίζω (π.χ. την εύνοια κάποιου)
  4. 04 αποδέχομαι, αναλαμβάνω
  5. 05 πληρώνω για (π.χ. πόρνη, γκέισα)

Παραδείγματα

  • パンをいます

    Αγοράζω ψωμί.

  • はは誕生日たんじょうびにプレゼントをいました

    Για τα γενέθλια της μητέρας μου αγόρασα ένα δώρο.

  • かれ軽率けいそつ行動こうどう周囲しゅうい反感はんかんってしまった。

    Οι απερίσκεπτες ενέργειές του προκάλεσαν την αντιπάθεια των γύρω του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
買う
Παρόν (ευγενικό)
買います
Άρνηση (απλή)
買わない
Άρνηση (ευγενική)
買いません
Παρελθόν (απλό)
買った
Παρελθόν (ευγενικό)
買いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
買わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
買いませんでした
Τε-μορφή
買って
Δυνητική
買える
Προστακτική
買え
Βουλητική
買おう
Υποθετική (ば)
買えば