買取
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αγορά, εξαγορά
- 02 αγορά μεταχειρισμένων ειδών από εταιρεία, ανταλλαγή, επαναγορά
- 03 αγορά με όρο μη επιστροφής προϊόντων
- 04 καταβολή εφάπαξ ποσού, σταθερή αμοιβή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 買取する
- Παρόν (ευγενικό)
- 買取します
- Άρνηση (απλή)
- 買取しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 買取しません
- Παρελθόν (απλό)
- 買取した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 買取しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 買取しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 買取しませんでした
- Τε-μορφή
- 買取して
- Δυνητική
- 買取できる
- Προστακτική
- 買取しろ
- Βουλητική
- 買取しよう
- Υποθετική (ば)
- 買取すれば
- Υποθετική (たら)
- 買取したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 買取したい
- Απαγορευτική (~な)
- 買取するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 買取しなさい
- Παθητική
- 買取される
- Αιτιατική
- 買取させる