ばいしゅん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγορά σεξ, πληρωμή ιερόδουλης

Κλίση

Παρόν (απλό)
買春する
Παρόν (ευγενικό)
買春します
Άρνηση (απλή)
買春しない
Άρνηση (ευγενική)
買春しません
Παρελθόν (απλό)
買春した
Παρελθόν (ευγενικό)
買春しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
買春しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
買春しませんでした
Τε-μορφή
買春して
Δυνητική
買春できる
Προστακτική
買春しろ
Βουλητική
買春しよう
Υποθετική (ば)
買春すれば