Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
貸しはがし
貸
貸
か
しはがし
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
απόσυρση δανειακής πίστωσης (π.χ. από μια τράπεζα), ανάκληση πίστωσης, επιμονή στην αποπληρωμή