げる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δανείζω
  2. 02 παρέχω δάνειο

Κλίση

Παρόν (απλό)
貸し下げる
Παρόν (ευγενικό)
貸し下げます
Άρνηση (απλή)
貸し下げない
Άρνηση (ευγενική)
貸し下げません
Παρελθόν (απλό)
貸し下げた
Παρελθόν (ευγενικό)
貸し下げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
貸し下げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
貸し下げませんでした
Τε-μορφή
貸し下げて
Δυνητική
貸し下げられる
Προστακτική
貸し下げろ
Βουλητική
貸し下げよう
Υποθετική (ば)
貸し下げれば