ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω κράτηση (για αποκλειστική χρήση), ναυλώνω, κλείνω
  2. 02 εκμισθώνω εξ ολοκλήρου, δανείζω τα πάντα από (κάτι)

Κλίση

Παρόν (απλό)
貸し切る
Παρόν (ευγενικό)
貸し切ります
Άρνηση (απλή)
貸し切らない
Άρνηση (ευγενική)
貸し切りません
Παρελθόν (απλό)
貸し切った
Παρελθόν (ευγενικό)
貸し切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
貸し切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
貸し切りませんでした
Τε-μορφή
貸し切って
Δυνητική
貸し切れる
Προστακτική
貸し切れ
Βουλητική
貸し切ろう
Υποθετική (ば)
貸し切れば