貸かす

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δανείζω
  2. 02 νοικιάζω, ενοικιάζω
  3. 03 καθομιλουμένη δίνω, παραδίδω

Παραδείγματα

  • 本ほんを貸かします。

    Δανείζω ένα βιβλίο.

  • 友達ともだちにお金かねを貸かしてあげました。

    Δάνεισα χρήματα στον φίλο μου.

  • あの人あのひとにお金かねを貸かすかどうか、まだ悩なやんでいるんだ。

    Ακόμα αναρωτιέμαι αν πρέπει να του δανείσω χρήματα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
貸す
Παρόν (ευγενικό)
貸します
Άρνηση (απλή)
貸さない
Άρνηση (ευγενική)
貸しません
Παρελθόν (απλό)
貸した
Παρελθόν (ευγενικό)
貸しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
貸さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
貸しませんでした
Τε-μορφή
貸して
Δυνητική
貸せる
Προστακτική
貸せ
Βουλητική
貸そう
Υποθετική (ば)
貸せば