ついえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναλώνομαι (για χρήματα, αποταμιεύσεις κ.λπ.), εξαντλούμαι
  2. 02 σπαταλιέμαι (για χρόνο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
費える
Παρόν (ευγενικό)
費えます
Άρνηση (απλή)
費えない
Άρνηση (ευγενική)
費えません
Παρελθόν (απλό)
費えた
Παρελθόν (ευγενικό)
費えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
費えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
費えませんでした
Τε-μορφή
費えて
Δυνητική
費えられる
Προστακτική
費えろ
Βουλητική
費えよう
Υποθετική (ば)
費えれば