ついやす

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δαπανώ, ξοδεύω, αναλώνω
  2. 02 σπαταλώ, διασκορπίζω, ξεοδεύω άσκοπα
  3. 03 αφιερώνομαι

Παραδείγματα

  • 時間じかんついやします

    Ξοδεύω χρόνο.

  • わたし休日きゅうじつ趣味しゅみついやすのがきです。

    Μου αρέσει να αφιερώνω τις αργίες μου στα χόμπι μου.

  • 将来しょうらい目標達成もくひょうたっせいのためには、いま努力どりょくしまず、時間じかん労力ろうりょくついやすことが重要じゅうようだとおもいます。

    Πιστεύω ότι για να επιτύχουμε τους μελλοντικούς μας στόχους, είναι σημαντικό να μην φείδεται κανείς κόπου και να αφιερώνει χρόνο και προσπάθεια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
費やす
Παρόν (ευγενικό)
費やします
Άρνηση (απλή)
費やさない
Άρνηση (ευγενική)
費やしません
Παρελθόν (απλό)
費やした
Παρελθόν (ευγενικό)
費やしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
費やさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
費やしませんでした
Τε-μορφή
費やして
Δυνητική
費やせる
Προστακτική
費やせ
Βουλητική
費やそう
Υποθετική (ば)
費やせば