しょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δαπάνη, κατανάλωση
  2. 02 καταχραστική διαχείριση, υπεξαίρεση

Κλίση

Παρόν (απλό)
費消する
Παρόν (ευγενικό)
費消します
Άρνηση (απλή)
費消しない
Άρνηση (ευγενική)
費消しません
Παρελθόν (απλό)
費消した
Παρελθόν (ευγενικό)
費消しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
費消しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
費消しませんでした
Τε-μορφή
費消して
Δυνητική
費消できる
Προστακτική
費消しろ
Βουλητική
費消しよう
Υποθετική (ば)
費消すれば