ちん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αύξηση μισθού, μισθολογική αναπροσαρμογή

Κλίση

Παρόν (απλό)
賃上げする
Παρόν (ευγενικό)
賃上げします
Άρνηση (απλή)
賃上げしない
Άρνηση (ευγενική)
賃上げしません
Παρελθόν (απλό)
賃上げした
Παρελθόν (ευγενικό)
賃上げしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
賃上げしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
賃上げしませんでした
Τε-μορφή
賃上げして
Δυνητική
賃上げできる
Προστακτική
賃上げしろ
Βουλητική
賃上げしよう
Υποθετική (ば)
賃上げすれば