賄う
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα προμηθεύω (αγαθά, χρήματα, κ.λπ.), καλύπτω (έξοδα), πληρώνω, χρηματοδοτώ, συντηρώ (π.χ. μια οικογένεια)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα παρέχω στέγη και τροφή, προσφέρω γεύματα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 賄う
- Παρόν (ευγενικό)
- 賄います
- Άρνηση (απλή)
- 賄わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 賄いません
- Παρελθόν (απλό)
- 賄った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 賄いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 賄わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 賄いませんでした
- Τε-μορφή
- 賄って
- Δυνητική
- 賄える
- Προστακτική
- 賄え
- Βουλητική
- 賄おう
- Υποθετική (ば)
- 賄えば
- Υποθετική (たら)
- 賄ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 賄いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 賄うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 賄いなさい
- Παθητική
- 賄われる
- Αιτιατική
- 賄わせる