ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνεισφέρω, παίζω ρόλο, συμμετέχω
  2. 02 χρηματοδοτώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
資す
Παρόν (ευγενικό)
資します
Άρνηση (απλή)
資さない
Άρνηση (ευγενική)
資しません
Παρελθόν (απλό)
資した
Παρελθόν (ευγενικό)
資しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
資さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
資しませんでした
Τε-μορφή
資して
Δυνητική
資せる
Προστακτική
資せ
Βουλητική
資そう
Υποθετική (ば)
資せば