にぎにぎしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ζωηρός, εύθυμος, χαρούμενος

Κλίση

Παρόν (απλό)
賑々しい
Παρόν (ευγενικό)
賑々しいです
Άρνηση (απλή)
賑々しくない
Άρνηση (ευγενική)
賑々しくないです
Παρελθόν (απλό)
賑々しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
賑々しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
賑々しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
賑々しくなかったです
Τε-μορφή
賑々しくて
Υποθετική (ば)
賑々しければ