賑わす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ζωντανεύω, δίνω ζωή, προκαλώ σάλο (π.χ. στον τύπο), πρωταγωνιστώ (π.χ. στα πρωτοσέλιδα, στους τίτλους)
- 02 καθιστώ ευημερούντα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 賑わす
- Παρόν (ευγενικό)
- 賑わします
- Άρνηση (απλή)
- 賑わさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 賑わしません
- Παρελθόν (απλό)
- 賑わした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 賑わしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 賑わさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 賑わしませんでした
- Τε-μορφή
- 賑わして
- Δυνητική
- 賑わせる
- Προστακτική
- 賑わせ
- Βουλητική
- 賑わそう
- Υποθετική (ば)
- 賑わせば
- Υποθετική (たら)
- 賑わしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 賑わしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 賑わすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 賑わしなさい
- Παθητική
- 賑わされる
- Αιτιατική
- 賑わさせる