さんする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγκρίνω, συμφωνώ, συναινώ, επικυρώνω, υποστηρίζω, στηρίζω
  2. 02 επιγράφω
  3. 03 επαινώ, εγκωμιάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
賛する
Παρόν (ευγενικό)
賛します
Άρνηση (απλή)
賛しない
Άρνηση (ευγενική)
賛しません
Παρελθόν (απλό)
賛した
Παρελθόν (ευγενικό)
賛しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
賛しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
賛しませんでした
Τε-μορφή
賛して
Δυνητική
賛できる
Προστακτική
賛しろ
Βουλητική
賛しよう
Υποθετική (ば)
賛すれば