さかしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έξυπνος, σοφός, συνετός, επιτήδειος
  2. 02 ξερόλας, αυθάδης

Κλίση

Παρόν (απλό)
賢しい
Παρόν (ευγενικό)
賢しいです
Άρνηση (απλή)
賢しくない
Άρνηση (ευγενική)
賢しくないです
Παρελθόν (απλό)
賢しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
賢しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
賢しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
賢しくなかったです
Τε-μορφή
賢しくて
Υποθετική (ば)
賢しければ