する

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό κατανέμω, διανέμω
  2. 02 συνθέτω (ποίηση κ.ά.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
賦する
Παρόν (ευγενικό)
賦します
Άρνηση (απλή)
賦しない
Άρνηση (ευγενική)
賦しません
Παρελθόν (απλό)
賦した
Παρελθόν (ευγενικό)
賦しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
賦しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
賦しませんでした
Τε-μορφή
賦して
Δυνητική
賦できる
Προστακτική
賦しろ
Βουλητική
賦しよう
Υποθετική (ば)
賦すれば