賦与
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προίκιση με κάτι (π.χ. χάρισμα), ευλογία με κάτι, δωρεά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 賦与する
- Παρόν (ευγενικό)
- 賦与します
- Άρνηση (απλή)
- 賦与しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 賦与しません
- Παρελθόν (απλό)
- 賦与した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 賦与しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 賦与しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 賦与しませんでした
- Τε-μορφή
- 賦与して
- Δυνητική
- 賦与できる
- Προστακτική
- 賦与しろ
- Βουλητική
- 賦与しよう
- Υποθετική (ば)
- 賦与すれば
- Υποθετική (たら)
- 賦与したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 賦与したい
- Απαγορευτική (~な)
- 賦与するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 賦与しなさい
- Παθητική
- 賦与される
- Αιτιατική
- 賦与させる