しち

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενεχυρίαση
  2. 02 υποθήκευση (μετοχών, δικαιωμάτων προαίρεσης μετοχών, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
質入れする
Παρόν (ευγενικό)
質入れします
Άρνηση (απλή)
質入れしない
Άρνηση (ευγενική)
質入れしません
Παρελθόν (απλό)
質入れした
Παρελθόν (ευγενικό)
質入れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
質入れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
質入れしませんでした
Τε-μορφή
質入れして
Δυνητική
質入れできる
Προστακτική
質入れしろ
Βουλητική
質入れしよう
Υποθετική (ば)
質入れすれば