けに

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρισκάρω, διακινδυνεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
賭けに出る
Παρόν (ευγενικό)
賭けに出ます
Άρνηση (απλή)
賭けに出ない
Άρνηση (ευγενική)
賭けに出ません
Παρελθόν (απλό)
賭けに出た
Παρελθόν (ευγενικό)
賭けに出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
賭けに出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
賭けに出ませんでした
Τε-μορφή
賭けに出て
Δυνητική
賭けに出られる
Προστακτική
賭けに出ろ
Βουλητική
賭けに出よう
Υποθετική (ば)
賭けに出れば