賭け事
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 στοίχημα
- 02 τζόγος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 賭け事する
- Παρόν (ευγενικό)
- 賭け事します
- Άρνηση (απλή)
- 賭け事しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 賭け事しません
- Παρελθόν (απλό)
- 賭け事した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 賭け事しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 賭け事しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 賭け事しませんでした
- Τε-μορφή
- 賭け事して
- Δυνητική
- 賭け事できる
- Προστακτική
- 賭け事しろ
- Βουλητική
- 賭け事しよう
- Υποθετική (ば)
- 賭け事すれば
- Υποθετική (たら)
- 賭け事したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 賭け事したい
- Απαγορευτική (~な)
- 賭け事するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 賭け事しなさい
- Παθητική
- 賭け事される
- Αιτιατική
- 賭け事させる