贅ぜい沢たく

ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πολυτέλεια, χλιδή
  2. 02 ζω με πολυτέλεια, καλοπερνώ, απολαμβάνω
  3. 03 πολυτελής, άφθονος, πλούσιος, σπάταλος
  4. 04 υπερβολικός (π.χ. απαιτήσεις, προσδοκίες)

Παραδείγματα

  • これは贅沢ぜいたくです。

    Αυτό είναι πολυτέλεια.

  • 贅沢ぜいたくな時間じかんを過すごしました。

    Πέρασα πολύ ωραία / Απόλαυσα λίγη πολυτέλεια.

  • 普段ふだんは節約せつやくを心こころがけていますが、たまには自分じぶんへのご褒美ほうびとして、少すこし贅沢ぜいたくをするのも良よいと思おもいます。

    Συνήθως προσέχω τα έξοδά μου, αλλά πιστεύω πως είναι καλό να κάνω πού και πού και μια μικρή πολυτέλεια στον εαυτό μου, ως ανταμοιβή.