がんぞう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραποίηση, πλαστογραφία, κατασκευή ψευδών

Κλίση

Παρόν (απλό)
贋造する
Παρόν (ευγενικό)
贋造します
Άρνηση (απλή)
贋造しない
Άρνηση (ευγενική)
贋造しません
Παρελθόν (απλό)
贋造した
Παρελθόν (ευγενικό)
贋造しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
贋造しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
贋造しませんでした
Τε-μορφή
贋造して
Δυνητική
贋造できる
Προστακτική
贋造しろ
Βουλητική
贋造しよう
Υποθετική (ば)
贋造すれば