赤錆あかさびる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκουριάζω, πιάνω σκουριά

Κλίση

Παρόν (απλό)
赤錆びる
Παρόν (ευγενικό)
赤錆びます
Άρνηση (απλή)
赤錆びない
Άρνηση (ευγενική)
赤錆びません
Παρελθόν (απλό)
赤錆びた
Παρελθόν (ευγενικό)
赤錆びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
赤錆びなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
赤錆びませんでした
Τε-μορφή
赤錆びて
Δυνητική
赤錆びられる
Προστακτική
赤錆びろ
Βουλητική
赤錆びよう
Υποθετική (ば)
赤錆びれば