はしらせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στέλνω, αποστέλλω, βάζω κάποιον να τρέξει
  2. 02 οδηγώ γρήγορα (αυτοκίνητο, άλογο κ.λπ.), πηγαίνω, κατευθύνω
  3. 03 κινούμαι γρήγορα (πένα, μάτια κ.λπ.), διατρέχω (με το βλέμμα)
  4. 04 τρέπω σε φυγή (τον εχθρό), αναγκάζω να υποχωρήσει
  5. 05 εκτελώ (πρόγραμμα υπολογιστή)

Κλίση

Παρόν (απλό)
走らせる
Παρόν (ευγενικό)
走らせます
Άρνηση (απλή)
走らせない
Άρνηση (ευγενική)
走らせません
Παρελθόν (απλό)
走らせた
Παρελθόν (ευγενικό)
走らせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
走らせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
走らせませんでした
Τε-μορφή
走らせて
Δυνητική
走らせられる
Προστακτική
走らせろ
Βουλητική
走らせよう
Υποθετική (ば)
走らせれば