はし

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχίζω να τρέχω, ξεκινάω να τρέχω
  2. 02 αρχίζω να κινούμαι (π.χ. όχημα), ξεκινάω, αναχωρώ

Παραδείγματα

  • 子供こどもはしした

    Το παιδί άρχισε να τρέχει.

  • 電車でんしゃがゆっくりとホームをはしした

    Το τρένο άρχισε σιγά-σιγά να φεύγει από την αποβάθρα.

  • 突然とつぜんあめあわてて、人々ひとびと雨宿あまやどりの場所ばしょもとめて一斉いっせいはしした

    Ξαφνικά έπιασε βροχή και ο κόσμος, πανικοβλημένος, άρχισε να τρέχει ταυτόχρονα αναζητώντας καταφύγιο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
走り出す
Παρόν (ευγενικό)
走り出します
Άρνηση (απλή)
走り出さない
Άρνηση (ευγενική)
走り出しません
Παρελθόν (απλό)
走り出した
Παρελθόν (ευγενικό)
走り出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
走り出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
走り出しませんでした
Τε-μορφή
走り出して
Δυνητική
走り出せる
Προστακτική
走り出せ
Βουλητική
走り出そう
Υποθετική (ば)
走り出せば