はし

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φεύγω τρέχοντας, τρέχω μακριά

Παραδείγματα

  • いぬ走り去はしりさった

    Ο σκύλος έφυγε τρέχοντας.

  • かれわたしびかけを無視むしして、いそいで走り去はしりさった

    Αγνόησε το κάλεσμά μου και έφυγε τρέχοντας βιαστικά.

  • 警察官けいさつかん姿すがたつけると、そのおとこはまるで何事なにごともなかったかのように素早すばや人混ひとごみへと走り去はしりさった

    Μόλις είδε τον αστυνομικό, ο άντρας εξαφανίστηκε τρέχοντας μέσα στο πλήθος σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
走り去る
Παρόν (ευγενικό)
走り去ります
Άρνηση (απλή)
走り去らない
Άρνηση (ευγενική)
走り去りません
Παρελθόν (απλό)
走り去った
Παρελθόν (ευγενικό)
走り去りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
走り去らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
走り去りませんでした
Τε-μορφή
走り去って
Δυνητική
走り去れる
Προστακτική
走り去れ
Βουλητική
走り去ろう
Υποθετική (ば)
走り去れば