がる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σηκώνομαι, ανασηκώνομαι, κάθομαι όρθιος

Παραδείγματα

  • あさがります

    Το πρωί, σηκώνομαι.

  • ねつがあって、なかなかベッドからがれません。

    Έχω πυρετό, γι' αυτό δυσκολεύομαι να σηκωθώ από το κρεβάτι.

  • 怪我けがをしたあと最初さいしょいたくて一人ひとりがれなかったが、いますこしずつ自分じぶんでできるようになってきた。

    Μετά τον τραυματισμό, στην αρχή πονούσα τόσο πολύ που δεν μπορούσα να σηκωθώ μόνος μου, αλλά τώρα σιγά σιγά τα καταφέρνω μόνος μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
起き上がる
Παρόν (ευγενικό)
起き上がります
Άρνηση (απλή)
起き上がらない
Άρνηση (ευγενική)
起き上がりません
Παρελθόν (απλό)
起き上がった
Παρελθόν (ευγενικό)
起き上がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
起き上がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
起き上がりませんでした
Τε-μορφή
起き上がって
Δυνητική
起き上がれる
Προστακτική
起き上がれ
Βουλητική
起き上がろう
Υποθετική (ば)
起き上がれば