ουσιαστικό, ρήμα, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έγερση και κατάκλιση, καθημερινή ζωή
  2. 02 συνεχώς, αδιαλείπτως, είτε κοιμάται κανείς είτε είναι ξύπνιος

Κλίση

Παρόν (απλό)
起き伏しする
Παρόν (ευγενικό)
起き伏しします
Άρνηση (απλή)
起き伏ししない
Άρνηση (ευγενική)
起き伏ししません
Παρελθόν (απλό)
起き伏しした
Παρελθόν (ευγενικό)
起き伏ししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
起き伏ししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
起き伏ししませんでした
Τε-μορφή
起き伏しして
Δυνητική
起き伏しできる
Προστακτική
起き伏ししろ
Βουλητική
起き伏ししよう
Υποθετική (ば)
起き伏しすれば