なお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανακάθομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
起き直る
Παρόν (ευγενικό)
起き直ります
Άρνηση (απλή)
起き直らない
Άρνηση (ευγενική)
起き直りません
Παρελθόν (απλό)
起き直った
Παρελθόν (ευγενικό)
起き直りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
起き直らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
起き直りませんでした
Τε-μορφή
起き直って
Δυνητική
起き直れる
Προστακτική
起き直れ
Βουλητική
起き直ろう
Υποθετική (ば)
起き直れば