起居
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθημερινή ζωή
- 02 κατάσταση, ευεξία, υγεία
- 03 όρθια και καθιστή στάση, κινήσεις
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 起居する
- Παρόν (ευγενικό)
- 起居します
- Άρνηση (απλή)
- 起居しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 起居しません
- Παρελθόν (απλό)
- 起居した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 起居しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 起居しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 起居しませんでした
- Τε-μορφή
- 起居して
- Δυνητική
- 起居できる
- Προστακτική
- 起居しろ
- Βουλητική
- 起居しよう
- Υποθετική (ば)
- 起居すれば
- Υποθετική (たら)
- 起居したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 起居したい
- Απαγορευτική (~な)
- 起居するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 起居しなさい
- Παθητική
- 起居される
- Αιτιατική
- 起居させる