起き爆ばく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάφλεξη, πυροδότηση, έναυση, ενεργοποίηση, έκρηξη

Παραδείγματα

  • 起爆きばくは危険きけんです。

    Η πυροδότηση είναι επικίνδυνη.

  • 衝撃しょうげきで起爆きばくしました。

    Πυροδοτήθηκε λόγω της πρόσκρουσης.

  • 非常時ひじょうじには、このボタンを押おすことで自動的じどうてきに安全装置あんぜんそうちが作動さどうし、緊急きんきゅうの起爆きばくが可能かのうになります。

    Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, πατώντας αυτό το κουμπί ενεργοποιείται αυτόματα ο μηχανισμός ασφαλείας, καθιστώντας δυνατή την επείγουσα πυροδότηση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
起爆する
Παρόν (ευγενικό)
起爆します
Άρνηση (απλή)
起爆しない
Άρνηση (ευγενική)
起爆しません
Παρελθόν (απλό)
起爆した
Παρελθόν (ευγενικό)
起爆しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
起爆しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
起爆しませんでした
Τε-μορφή
起爆して
Δυνητική
起爆できる
Προστακτική
起爆しろ
Βουλητική
起爆しよう
Υποθετική (ば)
起爆すれば