起票
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 έκδοση παραστατικού, έκδοση δελτίου, δημιουργία δελτίου υποστήριξης ή συντήρησης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 起票する
- Παρόν (ευγενικό)
- 起票します
- Άρνηση (απλή)
- 起票しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 起票しません
- Παρελθόν (απλό)
- 起票した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 起票しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 起票しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 起票しませんでした
- Τε-μορφή
- 起票して
- Δυνητική
- 起票できる
- Προστακτική
- 起票しろ
- Βουλητική
- 起票しよう
- Υποθετική (ば)
- 起票すれば
- Υποθετική (たら)
- 起票したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 起票したい
- Απαγορευτική (~な)
- 起票するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 起票しなさい
- Παθητική
- 起票される
- Αιτιατική
- 起票させる