超克
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υπέρβαση, καταβολή, ξεπέρασμα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 超克する
- Παρόν (ευγενικό)
- 超克します
- Άρνηση (απλή)
- 超克しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 超克しません
- Παρελθόν (απλό)
- 超克した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 超克しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 超克しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 超克しませんでした
- Τε-μορφή
- 超克して
- Δυνητική
- 超克できる
- Προστακτική
- 超克しろ
- Βουλητική
- 超克しよう
- Υποθετική (ば)
- 超克すれば
- Υποθετική (たら)
- 超克したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 超克したい
- Απαγορευτική (~な)
- 超克するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 超克しなさい
- Παθητική
- 超克される
- Αιτιατική
- 超克させる