ちょうやく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ελεύθερη απόδοση, ελεύθερη μετάφραση που αποκλίνει σημαντικά από το πρωτότυπο κείμενο, ελεύθερη μετάφραση που δίνει προτεραιότητα στην αναγνωσιμότητα εις βάρος της ακρίβειας

Κλίση

Παρόν (απλό)
超訳する
Παρόν (ευγενικό)
超訳します
Άρνηση (απλή)
超訳しない
Άρνηση (ευγενική)
超訳しません
Παρελθόν (απλό)
超訳した
Παρελθόν (ευγενικό)
超訳しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
超訳しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
超訳しませんでした
Τε-μορφή
超訳して
Δυνητική
超訳できる
Προστακτική
超訳しろ
Βουλητική
超訳しよう
Υποθετική (ば)
超訳すれば