ちょう

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπέρβαση, περίσσευμα, υπέρβαση (ορίου, εκτίμησης κ.λπ.), το να ξεπερνώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
超過する
Παρόν (ευγενικό)
超過します
Άρνηση (απλή)
超過しない
Άρνηση (ευγενική)
超過しません
Παρελθόν (απλό)
超過した
Παρελθόν (ευγενικό)
超過しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
超過しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
超過しませんでした
Τε-μορφή
超過して
Δυνητική
超過できる
Προστακτική
超過しろ
Βουλητική
超過しよう
Υποθετική (ば)
超過すれば