越こす

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διασχίζω, περνάω (π.χ. ένα βουνό)
  2. 02 ξεπερνάω, υπερνικάω (π.χ. μια δυσκολία)
  3. 03 περνάω τον καιρό μου, περνάω (π.χ. έναν χειμώνα)
  4. 04 υπερβαίνω, ξεπερνάω, είμαι καλύτερος από
  5. 05 μετακομίζω
  6. 06 τιμητικό πηγαίνω, έρχομαι

Παραδείγματα

  • 山やまを越こします。

    Διασχίζω το βουνό.

  • 暖あたたかい服ふくを着きて、冬ふゆを越こします。

    Φοράω ζεστά ρούχα για να περάσω τον χειμώνα.

  • 長年ながねんの努力どりょくで、様々さまざまな困難こんなんを越こえ、目標もくひょうを達成たっせいすることができました。

    Με πολυετή προσπάθεια, ξεπεράσαμε διάφορες δυσκολίες και καταφέραμε να πετύχουμε τον στόχο μας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
越す
Παρόν (ευγενικό)
越します
Άρνηση (απλή)
越さない
Άρνηση (ευγενική)
越しません
Παρελθόν (απλό)
越した
Παρελθόν (ευγενικό)
越しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
越さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
越しませんでした
Τε-μορφή
越して
Δυνητική
越せる
Προστακτική
越せ
Βουλητική
越そう
Υποθετική (ば)
越せば