えっとう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαχείμαση, χειμερία νάρκη

Κλίση

Παρόν (απλό)
越冬する
Παρόν (ευγενικό)
越冬します
Άρνηση (απλή)
越冬しない
Άρνηση (ευγενική)
越冬しません
Παρελθόν (απλό)
越冬した
Παρελθόν (ευγενικό)
越冬しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
越冬しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
越冬しませんでした
Τε-μορφή
越冬して
Δυνητική
越冬できる
Προστακτική
越冬しろ
Βουλητική
越冬しよう
Υποθετική (ば)
越冬すれば