えっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εσό, άμεση προσφυγή σε ανώτερο αξιωματούχο παρακάμπτοντας τις επίσημες διαδικασίες

Κλίση

Παρόν (απλό)
越訴する
Παρόν (ευγενικό)
越訴します
Άρνηση (απλή)
越訴しない
Άρνηση (ευγενική)
越訴しません
Παρελθόν (απλό)
越訴した
Παρελθόν (ευγενικό)
越訴しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
越訴しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
越訴しませんでした
Τε-μορφή
越訴して
Δυνητική
越訴できる
Προστακτική
越訴しろ
Βουλητική
越訴しよう
Υποθετική (ば)
越訴すれば