あし

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ξεπερνώ τον προϋπολογισμό, βγαίνω εκτός προϋπολογισμού, παρουσιάζω έλλειμμα, μπαίνω μέσα
  2. 02 ιδιωματισμός αποκαλύπτεται ένα μυστικό

Κλίση

Παρόν (απλό)
足が出る
Παρόν (ευγενικό)
足が出ます
Άρνηση (απλή)
足が出ない
Άρνηση (ευγενική)
足が出ません
Παρελθόν (απλό)
足が出た
Παρελθόν (ευγενικό)
足が出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
足が出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
足が出ませんでした
Τε-μορφή
足が出て
Δυνητική
足が出られる
Προστακτική
足が出ろ
Βουλητική
足が出よう
Υποθετική (ば)
足が出れば