あしもない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός πάρα πολύ ακατάστατος, σκορπισμένα πράγματα παντού, δεν υπάρχει χώρος ούτε για να πατήσει κανείς

Κλίση

Παρόν (απλό)
足の踏み場もない
Παρόν (ευγενικό)
足の踏み場もないです
Άρνηση (απλή)
足の踏み場もなくない
Άρνηση (ευγενική)
足の踏み場もなくないです
Παρελθόν (απλό)
足の踏み場もなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
足の踏み場もなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
足の踏み場もなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
足の踏み場もなくなかったです
Τε-μορφή
足の踏み場もなくて
Υποθετική (ば)
足の踏み場もなければ