りない

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανεπαρκής, δεν επαρκεί, στερείται
  2. 02 αμβλύνοος, αργόστροφος, χαζός

Κλίση

Παρόν (απλό)
足りない
Παρόν (ευγενικό)
足りないです
Άρνηση (απλή)
足りなくない
Άρνηση (ευγενική)
足りなくないです
Παρελθόν (απλό)
足りなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
足りなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
足りなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
足りなくなかったです
Τε-μορφή
足りなくて
Υποθετική (ば)
足りなければ