るを

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός γνωρίζω ότι έχω αρκετά, είμαι ικανοποιημένος με τη μοίρα μου στη ζωή

Κλίση

Παρόν (απλό)
足るを知る
Παρόν (ευγενικό)
足るを知ります
Άρνηση (απλή)
足るを知らない
Άρνηση (ευγενική)
足るを知りません
Παρελθόν (απλό)
足るを知った
Παρελθόν (ευγενικό)
足るを知りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
足るを知らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
足るを知りませんでした
Τε-μορφή
足るを知って
Δυνητική
足るを知れる
Προστακτική
足るを知れ
Βουλητική
足るを知ろう
Υποθετική (ば)
足るを知れば