足るを知る者は富む
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παροιμία αυτός που γνωρίζει το αρκετό είναι πλούσιος (φιλοσοφική έννοια όπου η ικανοποίηση με όσα έχει κανείς ισοδυναμεί με αληθινό πλούτο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 足るを知る者は富む
- Παρόν (ευγενικό)
- 足るを知る者は富みます
- Άρνηση (απλή)
- 足るを知る者は富まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 足るを知る者は富みません
- Παρελθόν (απλό)
- 足るを知る者は富んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 足るを知る者は富みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 足るを知る者は富まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 足るを知る者は富みませんでした
- Τε-μορφή
- 足るを知る者は富んで
- Δυνητική
- 足るを知る者は富める
- Προστακτική
- 足るを知る者は富め
- Βουλητική
- 足るを知る者は富もう
- Υποθετική (ば)
- 足るを知る者は富めば
- Υποθετική (たら)
- 足るを知る者は富んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 足るを知る者は富みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 足るを知る者は富むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 足るを知る者は富みなさい
- Παθητική
- 足るを知る者は富まれる
- Αιτιατική
- 足るを知る者は富ませる