あしられる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκοντάφτω
  2. 02 μεθώ τόσο πολύ που δεν μπορώ να σταθώ όρθιος

Κλίση

Παρόν (απλό)
足を取られる
Παρόν (ευγενικό)
足を取られます
Άρνηση (απλή)
足を取られない
Άρνηση (ευγενική)
足を取られません
Παρελθόν (απλό)
足を取られた
Παρελθόν (ευγενικό)
足を取られました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
足を取られなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
足を取られませんでした
Τε-μορφή
足を取られて
Δυνητική
足を取られられる
Προστακτική
足を取られろ
Βουλητική
足を取られよう
Υποθετική (ば)
足を取られれば