あしあら

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός εγκαταλείπω (παράνομη δραστηριότητα), αποστασιοποιούμαι από, διακόπτω τους δεσμούς με, γυρίζω σελίδα, γίνομαι έντιμος
  2. 02 πλένω τα πόδια μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
足を洗う
Παρόν (ευγενικό)
足を洗います
Άρνηση (απλή)
足を洗わない
Άρνηση (ευγενική)
足を洗いません
Παρελθόν (απλό)
足を洗った
Παρελθόν (ευγενικό)
足を洗いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
足を洗わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
足を洗いませんでした
Τε-μορφή
足を洗って
Δυνητική
足を洗える
Προστακτική
足を洗え
Βουλητική
足を洗おう
Υποθετική (ば)
足を洗えば