あしもとからとり

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός απρόσμενη ανατροπή καταστάσεων, ξαφνικό γεγονός σε γνώριμο περιβάλλον
  2. 02 ιδιωματισμός αιφνίδια απόφαση, απότομη αλλαγή πλεύσης

Κλίση

Παρόν (απλό)
足元から鳥が立つ
Παρόν (ευγενικό)
足元から鳥が立ちます
Άρνηση (απλή)
足元から鳥が立たない
Άρνηση (ευγενική)
足元から鳥が立ちません
Παρελθόν (απλό)
足元から鳥が立った
Παρελθόν (ευγενικό)
足元から鳥が立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
足元から鳥が立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
足元から鳥が立ちませんでした
Τε-μορφή
足元から鳥が立って
Δυνητική
足元から鳥が立てる
Προστακτική
足元から鳥が立て
Βουλητική
足元から鳥が立とう
Υποθετική (ば)
足元から鳥が立てば