ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σκάβω το έδαφος με τα πόδια
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα σπαρταρώ, παλεύω με χέρια και πόδια, κουνιέμαι ακατάστατα
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα παλεύω απεγνωσμένα, προσπαθώ να ξεφύγω από δύσκολη κατάσταση, καταβάλλω κάθε προσπάθεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
足掻く
Παρόν (ευγενικό)
足掻きます
Άρνηση (απλή)
足掻かない
Άρνηση (ευγενική)
足掻きません
Παρελθόν (απλό)
足掻いた
Παρελθόν (ευγενικό)
足掻きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
足掻かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
足掻きませんでした
Τε-μορφή
足掻いて
Δυνητική
足掻ける
Προστακτική
足掻け
Βουλητική
足掻こう
Υποθετική (ば)
足掻けば