あしくび

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αστράγαλος

Παραδείγματα

  • 足首あしくびいたいです。

    Πονάει ο αστράγαλός μου.

  • かれはサッカーの練習れんしゅう足首あしくび捻挫ねんざしました。

    Έπαθε διάστρεμμα στον αστράγαλο στην προπόνηση ποδοσφαίρου.

  • ふゆとく足首あしくびやさないよう、あたたかい靴下くつしたくことを心掛こころがけています。

    Το χειμώνα ειδικά, προσπαθώ να φοράω ζεστές κάλτσες για να μην κρυώνουν οι αστράγαλοί μου.